Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

ΜΕΛΕΤΗ ΧΑΛΚΙΝΟΥ ΦΟΛΛΕΩΣ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ



Περιγραφή Νομίσματος και σκιαγράφηση ιστορικού πλαισίου, εντός του οποίου εξεδόθη

“ο δε αυτός βασιλεύς προεχειρίσατο κόμητα λαργιτιώνων
Εν Κωνσταντινουπόλει τον από υπάτων Ιωάννην τον
Παφλαγόνα τον λεγόμενον Καϊάφαν` όστις άπαν το
προχωρόν κέρμα το λεπτόν εποίησε φολλερά προχωρείν
εις πάσαν την Ρωμαϊκήν κατάστασιν έκτοτε”

Ιωάννης Μαλάλας “Χρονογραφία” (για τους Φόλλεις που έκοψε ο Αναστάσιος)

Ι. Εισαγωγή

Η βυζαντινή νομισματική συνέχισε την ρωμαϊκή παράδοση της εκδόσεως τριών διαφορετικών νομισμάτων. Το ρωμαϊκό κράτος είχε σε κυκλοφορία χρυσά, αργυρά και χάλκινα νομίσματα. Το βυζαντινό το μιμήθηκε, μόνο που οι ονομασίες των νομισμάτων άλλαξαν. Το χρυσό ρωμαϊκό Aureus διεδέχθη ο χρυσούς Solidus, το αργυρό δηνάριο (Denarius) αντικαταστάθηκε από το Μηλιαρέσιον ενώ το χάλκινο Σεστέρτιο (Sestertius) έδωσε την θέση του στον Φόλλι. Η βυζαντινή νομισματική κυριαρχία είναι καθολική κατά την διάρκεια των μεσαιωνικών χρόνων. Σημείο καμπής αποτελεί ο 11ος αιώνας και εδικά από το 1040 και μετά όταν και νοθεύεται ο Σόλιδος με ευτελή μέταλλα. Γεγονός πάντως είναι πως ήταν τόση η λάμψη του χρυσού Σόλιδου ώστε να επιχειρηθεί η αντιγραφή του από γειτονικά και μη βασίλεια. Στην ουσία μιλάμε για το δολάριο του Μεσαίωνος (Ahrweiler).

Η παρούσα μελέτη θα ασχοληθεί με ένα χάλκινο νόμισμα, τύπου  Φόλλεως, το οποίο εξέδωσε ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός κατά το τριακοστό έτος της βασιλείας του. Προτού, όμως, ασχοληθούμε με την μελέτη του συγκεκριμένου νομίσματος θα παραθέσουμε το ιστορικό πλαίσιο, εντός του οποίου εξεδόθη. 

ΙΙ. Ιστορικό Πλαίσιο

Ο Ιουστινιανός υπήρξε αυτοκράτωρ του 6ου μ.Χ αιώνος και συγκεκριμένα από το 527 έως το 565. Το πλήρες όνομά του ήταν Flavius Petrus Sabbatius Iustinianus. Διαδέχεται τον θείο του Ιουστίνο όταν εκείνος πεθαίνει το 527. Ακόμη, όμως, και την εποχή που ζούσε ο Ιουστίνος οι τύχες της αυτοκρατορίας περνούσαν από τον ανηψιό του.

Οι κατακτήσεις στην Δύση

Ὁ Ἰουστινιανός θέτει ὡς βασικό στόχο τήν ἐπανακατάκτηση (reconquista) τῶν ἀπωλεσθέντων δυτικῶν ρωμαϊκῶν ἐδαφῶν, ὥστε νά ἀποκατασταθεῖ ἡ Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία. Οἱ πόλεμοί του θά ἐξουθενώσουν οἰκονομικά καί στρατιωτικά τήν αὐτοκρατορία ἐνῶ οἱ ἐδαφικές του προσαρτήσεις, ἄν καί σημαντικές (Βόρειος Ἀφρική, Ἰταλική χερσόνησος, νότια Ἰβηρική), θά ἀποδειχθοῦν πρόσκαιρες. Βεβαίως, να αναφέρουμε ότι ο Διονύσιος Ζακυθηνός (Χριστοφιλοπούλου, 290) συμφωνεί με την στροφή της εξωτερικής πολιτικής του Ιουστινιανού προς την Δύση ενώ η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου διαφωνεί χαρακτηρίζοντάς την ανεδαφική και μη ρεαλιστική (Χριστοφιλοπούλου 291). Γενικά, οι περισσότεροι μελετητές δεν συμφωνούν με την Ιουστινιάνεια εμμονή για την επέκταση του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους στην Δύση. Γεγονός, πάντως, είναι ότι ο Ιουστινιανός χαρακτηρίζεται ως ο τελευταίος Ρωμαίος αυτοκράτωρ (Ostrogorsky, 143).

Το 533 ο στρατηγός Βελισσάριος εκστρατεύει κατά του βασιλείου των Βανδάλων στην Βόρεια Αφρική. Τον Σεπτέμβριο του 533 νικά τον στρατό του Γελίμερου στην περιοχή Δέκιμον.  Ο τελευταίος διαφεύγει και ο Βελισσάριος εισέρχεται στην Καρχηδόνα. Τον Δεκέμβριο του 533 στη θέση Τρικάμαρον συντρίβει οριστικά τον Γελίμερο που τελικά παραδίδεται και στέλνεται αιχμάλωτος στην Κωνσταντινούπολη. Μετά τους Βανδάλους σειρά παίρνουν οι Οστρογότθοι. Η αφορμή δίδεται με την φυλάκιση και δολοφονία της φιλοβυζαντινής βασίλισσας Αμαλασούνθας. Οι Βυζαντινοί κινούνται κατά του οστρογοτθικού κράτους από τον νότο με τον Βελισσάριο, ενώ από τον Βορρά, τα βυζαντινά στρατεύματα, με επικεφαλής τον Μούνδο, εισβάλλουν στην Δαλματία. Ο Βελισσάριος καταλαμβάνει την Σικελία το 535 και την Νάπολη το 536. Ο ηγεμόνας των Οστρογότθων Θευδάτος ανατρέπεται και εκτελείται. Την θέση του παίρνει ο γηραιός στρατηγός Ουίτιγης που κατέφυγε στην Ραβέννα. Τον Δεκέμβριο του 536 ο Βελισσάριος εισέρχεται θριαμβευτής στην Ρώμη. Το 537 οι Οστρογότθοι πολιορκούν την Ρώμη. Η πολιορκία λύνεται τον Μάρτιο του 538 και ο Βελισσάριος με τις ενισχύσεις που πήρε στρέφεται προς την Ραβέννα, το κέντρο των Οστρογότθων. Τελικά, τον Μάϊο του 540 ο Βελισσάριος καταλαμβάνει την Ραβέννα και στέλνει αιχμάλωτο στην Κωνσταντινούπολη τον Ουίτιγη. Το 542 οι Οστρογότθοι με νέο αρχηγό τον Τωτίλα ανασυγκροτούνται και ανακαταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της Ιταλίας. Ο Βελισσάριος που στέλνεται δεν καταφέρνει και πολλά πράγματα γιατί δεν του εδόθησαν ικανές ενισχύσεις. Το 551 αναλαμβάνει ο Ναρσής. Την επόμενη χρονιά συντρίβει τον στρατό του Τωτίλα στην περιοχή της Ουμβρίας, ενώ ο τελευταίος σκοτώνεται στην μάχη. Το 554 ο Ναρσής συντρίβει και τον ενωμένο στρατό Φράγκων και Αλαμανών στην Καπύη της Απουλίας και οριστικοποιεί την κατάκτηση της Ιταλικής Χερσονήσου. Το 552 βυζαντινό εκστρατευτικό σώμα προσφέρει την βοήθειά του στον Βησιγότθο Αθανάγιλδο και κατέλαβε το νότιο τμήμα της Ιβηρικής.

Οι πολεμικές αντιπαραθέσεις με την Σασσανιδική Περσία

Παράλληλα, όμως, με την εξόρμησή του στην Δύση ο Ιουστινιανός είχε να αντιμετωπίσει τον μεγάλο τότε αντίπαλο του βυζαντινού κράτους που ήταν η περσική αυτοκρατορία των Σασσανιδών. Οι πόλεμοι με τους Σασσανίδες έλαβαν χώρα, σε πρώτη φάση, απέναντι στον βασιλιά τους τον Καβάδη και μετά απέναντι στον διάδοχό του Χοσρόη τον Α’. Η πρώτη σειρά πολέμων έγινε από το 529 έως το 532 και έληξε με την υπογραφή της Συνθήκης της “Αιώνιας Ειρήνης”, κατά την οποία οι Βυζαντινοί ανέλαβαν να καταβάλλουν ετήσια χορηγία στην Περσία. Ο δεύτερος βυζαντινοπερσικός πόλεμος ξέσπασε το 540 με την εισβολή των περσικών στρατευμάτων στην Συρία και κράτησε έως το 542 με την υπογραφή νέας συνθήκης και την αύξηση της ετήσιας αποζημιώσεως που κατέβαλλε το βυζαντινό κράτος στο περσικό. Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι και στις δύο βυζαντινοπερσικές συρράξεις επικεφαλής των βυζαντινών στρατευμάτων ήταν ο Βελισσάριος, ενώ το 542 ο πόλεμος έληξε λόγω της επιδημίας πανώλης, η οποία έπληξε, σε μεγάλο βαθμό, τους βυζαντινούς πληθυσμούς. Τα αποτελέσματα αυτών των πολέμων ήταν αμφίρροπα και δεν άλλαξαν ιδιαίτερα τον χάρτη. Τέλος, αξιοσημείωτη είναι η χρησιμοποίηση των αραβικών φύλων ως συμμάχους και από τις δύο πλευρές. Οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν ως φοιδεράτους τους Γασσανίδες που ήταν χριστιανοί και οι Πέρσες τους Λαχμίδες, τους οποίους είχαν ως υποτελείς.

Η εσωτερική πολιτική   

Αναφορικά, τώρα, με την πολιτική που ήσκησε ο Ιουστινιανός στα εσωτερικά πράγματα της αυτοκρατορίας θα ξεχωρίσουμε την νέα κωδικοποίηση των νόμων. Πρόκειται για το περίφημο Corpus Iuris Civilis, τό ὁποῖο ἀποτέλεσε τή βάση γιά ὅλα τά μετέπειτα νομοθετικά ἔργα στό Βυζάντιο. Τήν ἐποπτεία του ἀνέλαβε ὁ ἐπιφανῆς νομομαθῆς Τριβωνιανός, εἱς ἐκ τῶν στενῶν συνεργατῶν τοῦ Ἰουστινιανοῦ. Το Corpus Iuris Civilis αποτελείτο από τέσσερα μέρη. Τό πρῶτο μέρος ὀνομάζονταν «Ἰουστινιάνειος Κώδιξ» (Codex Iustinianus) καί περιελάμβανε κωδικοποιημένες τίς αὐτοκρατορικές διατάξεις μέχρι τήν ἐποχή του. Τό δεύτερο μέρος, «Οἱ Πανδέκται» (Digesta), ἦταν μία συλλογή ἀποσπασμάτων ἀπό διάφορα ἔργα διακεκριμένων Νομομαθῶν. Σκοπός τῆς συλλογῆς αὐτῆς ἦταν νά ἀναδείξει τίς ἀπόψεις τους πάνω σέ διάφορα νομικά ζητήματα. Τό τρίτο μέρος εἶχε τόν τίτλο «Εἰσηγήσεις» (Instituta) καί ἀποτελοῦσε, στήν οὐσία, μία σύνοψη, ἕνα πρακτικό ἐγχειρίδιο θά λέγαμε στά χέρια τῶν σπουδαστῶν τῶν Νομικῶν Ἐπιστημῶν. Τέλος, οἱ «Νεαραί» (Novellae), πού πρέπει ἐδῶ νά σημειωθεῖ ὅτι ἐγράφησαν στήν Ἑλληνική, ἀποτελοῦσαν τά νομοθετικά διατάγματα μετά τή σύνταξη τοῦ Ἰουστινιάνειου Κώδικος. Βρισκόμαστε, ἐξάλλου, στόν 6ο αἰώνα ὅπου ἡ Λατινική ἔχει ὑποχωρήσει σχεδόν ὁλοκληρωτικά στό Βυζάντιο.

Εκτός του Τριβωνιανού οἱ ὑπόλοιποι στενοί του συνεργάτες ἦταν ὁ Ἰωάννης Καππαδόκης ‐ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τή διαχείριση τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν‐, οἱ στρατηγοί Βελισσάριος, Ναρσής καί Μούνδος, ὁ ἱστοριογράφος Προκόπιος, οἱ ἀρχιτέκτονες τῆς Ἁγίας Σοφίας Ἀνθέμιος καί Ἰσίδωρος, ο διπλωμάτης Πέτρος Πατρίκιος, μά πάνω ἀπʹ ὅλους κορυφαία συνεργάτις καί ἐμπνευστής του ὑπῆρξε ἡ σύζυγός του Θεοδώρα.

Η Στάσις του Νίκα

Το 532 Ὁ Ἰουστινιανός καταπνίγει τή Στάση τοῦ Νίκα πού ξεκίνησε ἀπό τόν Ἱππόδρομο. Ἡ στάση ὑποκινήθηκε ἀπό τούς Δήμους. Οι Δήμοι ήταν λαϊκές ὁμάδες πού μετεξελίχθησαν σέ ἀθλητικά σωματεῖα, τά ὁποῖα μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἀπέκτησαν ὑπολογίσιμη πολιτική ἰσχύ. Οι δύο ισχυρότεροι Δήμοι ήταν οι Βένετοι και οι Πράσινοι, οι οποίοι απορρόφησαν τους μικρότερους. Η στάση αυτή λίγο ἔλλειψε νά τόν ρίξει ἀπό τόν θρόνο. Ξεκίνησε έχοντας ως πρόσχημα την μη απόδοση χάριτος από τον αυτοκράτορα σε δύο μέλη των Δήμων. Με αφορμή, λοιπόν, το παραπάνω οι τελευταίοι επεδόθησαν σε μία προσπάθεια ανατροπής του αυτοκράτορος. Όσες προσπάθειες και να έκανε ο Ιουστινιανός, προκειμένου να κατευνάσει το πλήθος, εκείνοι δεν επείσθησαν. Τουναντίον, υπέδειξαν ως αυτοκράτορα τον Υπάτιο, έναν ανηψιό του Αναστασίου (Μαλάλας 377). Τα πράγματα είχαν πάρει πολύ άσχημη τροπή και ο Ιουστινιανός εσκέφθη, προς στιγμήν, να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη. Σέ αὐτή τήν ἐξαιρετικά κρίσιμη στιγμή τόν ἔσωσε ἡ Θεοδώρα, ἡ ὁποία στάθηκε δίπλα του ἐμψυχώνοντάς τον καί ἀποτρέποντας τον ταυτόχρονα από τήν φυγή που είχε ήδη προσχεδιάσει. Τα λόγια της, παροιμιώδη, έμειναν στην ιστορία δείχνοντας μία γυναίκα με τόλμη και αποφασιστικότητα: “ἐμέ γάρ τίς καί παλαιός ἀρέσκει λόγος, ὡς καλόν ἐντάφιον ἡ βασιλεία ἐστί”. (Προκόπιος, 126).

Ἁγία Σοφία

Ἀπό τά οἰκοδομήματα τοῦ Ἰουστινιανοῦ τό πλέον λαμπρό εἶναι, ἀναμφισβήτητα, ἡ Ἁγία Σοφία, διαχρονικό σύμβολο τοῦ Βυζαντινοῦ κλέους καί πολιτισμοῦ. Στις 23 Φεβρουάριου του 532 μ.Χ τίθενται τα θεμέλια της Αγίας Σοφίας από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Το 537 οι εργασίες ανεγέρσεως τελείωσαν. Τα μάρμαρα του ναού μεταφέρθηκαν από διάφορα μέρη της γης. Ο Ιουστινιανός ανέθεσε τα σχέδια και την ανοικοδόμηση του επιβλητικού κτίσματος σε δύο Έλληνες αρχιτέκτονες: τον Ανθέμιο από τις Τράλλεις και τον Ισίδωρο από τη Μίλητο. Ο Ανθέμιος ανήκε σε επιφανή οικογένεια μορφωμένων, όπου το περιβάλλον επέδρασε καταλυτικά τόσο στην μόρφωσή του όσο και στην όλη εν γένει παιδεία του. Ο αυτοκράτωρ έδωσε στους δύο αρχιτέκτονες όλα τα μέσα και επιστατούσε ο ίδιος για την ταχύτερη περάτωση του έργου. Το ρυθμό της Αγίας Σοφίας χαρακτηρίζει αρμονία και ελαφρότητα, διαχέεται με άφθονο φως από τα πολλά παράθυρα (σε αντίθεση με τον γοτθικό ρυθμό της Notre Dame των Παρισίων). Επιπλέον, με τον κεντρικό θόλο (ο οποίος κατέρρευσε το 562 εξαιτίας ενός ισχυρού σεισμού και στερεώθει εκ νέου), δεχόμενον τις προς τον παντοκράτορα δεήσεις, αποτελεί ιδιάζοντα τύπο ναού. Μοναδικός ήταν επίσης ο πλουσιότατος διάκοσμος, όχι μόνον των ποικολοχρόων και σπανίων μαρμάρων, αλλά και των επί κυανού εδάφους χρυσών μωσαϊκών, των χρυσών και αργυρών σκευών με την άφθονη επιχρύσωση. Σε αντίθεση με την αρχαία ελληνική λιτότητα, η επίδραση της Ανατολής, εισάγει στην Αγία Σοφία τον πλούσιο διάκοσμο ως καλλιτεχνικό στοιχείο. Ο κυρίως χώρος του κτίσματος έχει σχήμα περίπου κυβικό. Τέσσερις τεράστιοι τετράγωνοι στύλοι, οι οποίοι απέχουν μεταξύ τους 30 μέτρα στηρίζουν τα τέσσερα μεγάλα τόξα πάνω στα οποία εδράζεται ο Τρούλος που έχει διάμετρο 31 μέτρα. Το οικοδόμημα έχει μήκος 78,16 μέτρα και πλάτος 71,82 μέτρα. Εσωτερικά ο ναός διαιρείται από δύο κιονοστοιχίες, εξαρτώμενες από τους στύλους σε τρία κλίτη.

Η εκκλησιαστική πολιτική επί των ημερών του

Στην εκκλησιαστική του πολιτική ο Ιουστινιανός επεδίωξε να ομογενοποιήσει θρησκευτικά το βυζαντινό κράτος. Στράφηκε κατά των Μοντανιστών, των Μανιχαίων, των Εβραίων και των εναπομεινάντων Εθνικών. Απαγόρεψε σε όλους αυτούς να κληροδοτούν την περιουσία τους σε μη χριστιανούς. Επιπλέον, τους απαγόρεψε να κατέχουν δημόσια αξιώματα και να χρησιμοποιούν Χριστιανούς ως δούλους. Το 529 λαμβάνει χώρα ευρεία  εξέγερση στην περιοχή της Σαμάρειας. Επίσης, το ίδιος έτος, αναστέλλεται η λειτουργία της νεοπλατωνικής Σχολής των Αθηνών, με τους καθηγητές αυτής να καταφεύγουν στην αυλή του Χοσρόη.

Αναφορικά, τώρα, με την στάση του έναντι των Μονοφυσιτών αυτή χαρακτηρίζεται ως αμφίσημη. Στα πρώτα χρόνια προσπάθησε να τους προσεγγίσει, κυρίως λόγω της επεμβάσεως της συζύγου του Θεοδώρας. Το 535 ανεβαίνουν στους πατριαρχικούς θρόνους Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας αντίστοιχα οι μονοφυσίτες Πατριάρχες, Άνθιμος και Θεόφιλος. Ένα έτος μετά, το 536 παρατηρείται αυτοκρατορική στροφή όταν απομακρύνεται ο Άνθιμος και συγκαλείται Σύνοδος, στην οποία καταδικάζεται ο Μονοφυσιτισμός. Το 553, όταν συνεκάλεσε την Οικουμενική Σύνοδο, λόγω μονοφυσιτικής επιρροής, ο Ιουστινιανός δείχνει να αλλάζει και πάλι στάση.

Η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη

Με βάση τα παραπάνω κατανοούμε τον λόγο συγκλήσεως της Πέμπτης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία έλαβε χώρα το 553 στην Κωνσταντινούπολη υπό την προεδρία του. Σέ αὐτή την Σύνοδο κατεδικάσθη τό δόγμα τοῦ Νεστορίου, ο οποίος εἶχε ὁπαδούς κυρίως στή Συρία, μέσῳ τῆς “Καταδίκης τῶν Τριῶν Κεφαλαίων”(Judicatum). Ἐπρόκειτο γιά τά ἔργα τριῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, οἱ ὁποῖοι ἐπρόσκειντο φιλικά στόν Νεστοριανισμό, ἐνῶ, παράλληλα ἐναντιώνονταν στή διδασκαλία τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ. Οἱ συγγραφεῖς αυτών των έργων ἦταν ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας, ὁ Θεοδώρητος Κύρρου καί ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας. Γεγονός, πάντως, ἦταν πώς οὔτε καί ἡ Εʹ Οἰκουμενική Σύνοδος κατάφερε νά συμφιλιώσει τούς ὀρθοδόξους μετά τῶν Μονοφυσιτῶν. Τό χάσμα διαρκῶς μεγάλωνε.

ΙΙI. Οικονομικό πλαίσιο - Περιγραφή Νομίσματος

Ο Ιουστινιανός εξέδωσε χρυσούς Σόλιδους στο όνομά του και διαφόρων ειδών αργυρά (κυρίως επετειακά) καθώς και χάλκινα νομίσματα, τα τελευταία είχαν ευρεία χρήση στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Στην βυζαντινή επικράτεια την εποχή του Ιουστινιανού λειτουργούσαν δεκαέξι νομισματοκοπεία επί μονίμου βάσεως. Στην Κωνσταντινούπολη, στην Θεσσαλονίκη, στη Νικομήδεια, στην Νίκαια, στην Κύζικο, στην Αντιόχεια, στην Σελεύκεια, στην Αλεξάνδρεια, στην Ραβένα, στην Σικελία, στην Καρχηδόνα αλλά και σε άλλες περιοχές έκοβαν βυζαντινά νομίσματα συνεχίζοντας την ρωμαϊκή παράδοση. Εν προκειμένω θα εξετάσουμε έναν χάλκινο Φόλλι της ιουστινιάνειας περιόδου. Πριν, όμως, προχωρήσουμε στην περιγραφή του θα μιλήσουμε για την οικονομική πολιτική και τα νομισματικά μέτρα του Αναστασίου του Α’.

Τα οικονομικά μέτρα και η νομισματική μεταρρύθμιση του Αναστασίου Α’ (491-518)

Ο αυτοκράτωρ Αναστάσιος, μεταξύ άλλων, προέβη στην λήψη οικονομικών μέτρων για την αναδιάρθρωση της οικονομίας του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους. Συγκεκριμένα κατήργησε τον λεγόμενο και φόρο του Χρυσαργύρου (auri argentive iustralis collatio) (Μαλάλας, 316). Ο φόρος αυτός είχε επιβληθεί από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και αφορούσε τους εμπόρους, τους βιοτέχνες και γενικά όλους τους επαγγελματίες. Ο λόγος που ήταν επαχθής ήταν το γεγονός ότι έπρεπε να αποδοθεί στο κράτος κάθε τέσσερα έτη. Αυτό σημαίνει ότι το ύψος του ήταν αρκετά μεγάλο.

Πέραν, όμως, του παραπάνω μέτρου ο Αναστάσιος ρυθμίζει την Συνωνή (Coemptio)[1], η οποία βάραινε τους αγρότες, ώστε να μην εφαρμόζεται ανεξέλεγκτα, παρά μόνον μετά από αυτοκρατορικό διάταγμα. Επίσης, σχεδίασε, εκ νέου, τον μηχανισμό εισπράξεως των φόρων. Ο στενός συνεργάτης του Μαρίνος ο Σύρος όρισε ειδικούς υπαλλήλους, τους Βίνδικες, οι οποίοι λογοδοτούσαν στον Έπαρχο των Πραιτωρίων και ανέλαβαν να εισπράττουν τους φόρους. Έως τότε, την αρμοδιότητα συγκεντρώσεως των φόρων την είχαν οι Βουλευτές των πόλεων (Curiales).

Τέλος, περί το 498, ο Αναστάσιος αποφασίζει να προχωρήσει σε αναδιοργάνωση της νομισματικής κυκλοφορίας με σκοπό την διευκόλυνση των συναλλαγών και την τόνωση του εμπορίου. Εκδίδει χρυσό Σόλιδο στο όνομά του με υποδιαιρέσεις, καθώς και νέα χάλκινα νομίσματα, τις Φόλλεις. Οι Φόλλεις ισοδυναμούσαν με σαράντα Νούμμια. Έτσι η ισοτιμία των βυζαντινών νομισμάτων έχει ως εξής: 1 Σόλιδοà 360 φόλλεις à 14.400 νούμμια (Χριστοφιλοπούλου 229). Με βάση, λοιπόν, τα μέτρα που έλαβε ο Αναστάσιος, το αποτέλεσμα ήταν στο τέλος της βασιλείας του να βρεθεί το βυζαντινό κράτος να έχει ως απόθεμα περί τις 320.000 λίτρες χρυσού (Προκόπιος, 113), (Laiou, 12).

Μελέτη του χάλκινου Φόλλεως του Ιουστινιανού

Το νόμισμα που θα εξετάσουμε είναι ένας χάλκινος Φόλλις που κόπηκε την περίοδο της βασιλείας του Ιουστινιανού. Στην μία όψη απεικονίζεται στο κέντρο ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός με στρατιωτική περιβολή. Φέρει το αυτοκρατορικό στέμμα που έχει σταυρό στην κορυφή ενώ είναι ενδεδυμένος με στρατιωτικό θώρακα. Στο δεξί του χέρι κρατά την σφαίρα με τον σταυρό πάνω της. Πρόκειται για συμβολισμό της χριστιανικής οικουμένης, στην οποία ο αυτοκράτωρ έχει την θέση του αντιπροσώπου του Θεού. Πάνω από τον αριστερό του ώμο διακρίνεται ένας ακόμη σταυρός. Έτσι απεικονίζονται συνολικά τρεις σταυροί, για τους οποίους θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι παραπέμπουν στην Αγία Τριάδα. Κάτωθι του εξωτερικού περιγράμματος και πάνω από την μορφή του Ιουστινιανού, σε κυκλοτερή μορφή, από τα αριστερά προς τα δεξιά όπως εστιάζουμε στο νόμισμα, διακρίνεται (όχι αρκετά καθαρά σε όλη της την έκταση)  η επιγραφή στην λατινική: D N IVSTINIANVS P P AVG, η οποία σε πλήρη ανάπτυξη είναι: DOMINVS NOSTER IVSTINIANVS PERPETVVS AVGVSTVS, όπερ μεθερμηνευόμενον: ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΣ ΑΚΑΤΑΠΑΥΣΤΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ (θέλει να τονίσει ότι ο αυτοκράτωρ εργάζεται νυχθημερόν για την ευμάρεια του κράτους και των υπηκόων του). Δέον να επισημάνουμε ότι ο σταυρός άνωθεν του στέμματος παρεμβάλλεται στην λέξη IVSTINIANVS μεταξύ του Ν και του Ι έχοντας ως συνέπεια να βλέπουμε την επιγραφή κάπως έτσι: IVSTIN + IANUS.

Στην άλλη όψη εικονίζεται στο κέντρο ο αριθμός-γράμμα Μ της ελληνικής που ισοδυναμεί με το 40, υποδηλώνοντας ότι πρόκειται για έναν Φόλλι, ο οποίος, όπως αναφέραμε, ισοδυναμεί με σαράντα Νούμμια. Πάνω από το Μ είναι χαραγμένος ένας σταυρός. Ανάμεσα στα δύο πόδια του Μ είναι χαραγμένο ένα Α, το οποίο δηλεί ότι το νόμισμα κόπηκε στο πρώτο εργαστήριο. Κάτω και από το Α, στο λεγόμενο και έξεργο, είναι γραμμένα στην ελληνική τα γράμματα ΚΥΖ που δηλώνουν την πόλη στην οποία εκόπη το νόμισμα. Η πόλη αυτή είναι η Κύζικος στην Μικρά Ασία. Στην αριστερή πλευρά, όπως παρατηρούμε τον Φόλλι, είναι γραμμένη κιονιδόν (καθέτως) στην λατινική η λέξη: ANNO, η οποία σημαίνει έτος βασιλείας. Τέλος, στην δεξιά μεριά, όπως βλέπουμε, είναι χαραγμένη η λατινική αρίθμηση XXX, η οποία ισοδυναμεί με το 30, δηλαδή το τριακοστό έτος της βασιλείας του Ιουστινιανού, περίπου το 557. Επομένως, έχουμε ένα χάλκινο νόμισμα, ένα Φόλλι, το οποίο κόπηκε στο πρώτο εργαστήριο της Κυζίκου με την συμπλήρωση τριάντα ετών από τότε που ανέβηκε στον θρόνο ο Ιουστινιανός.

IV. Συμπεράσματα

Την εποχή του Ιουστινιανού κατεβλήθη μία τιτάνια προσπάθεια παλινορθώσεως της οικουμενικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από το κληρονόμο ανατολικό ρωμαϊκό κράτος. Προς στιγμή φάνηκε ότι θα επιτυγχάνονταν τα σχέδια του φιλόδοξου αυτοκράτορος. Τελικά, τα οφέλη, καίτοι σημαντικά, θα αποδειχθούν προσωρινά, παρά το γεγονός της μεγάλης δαπάνης σε πόρους και ανθρώπινο δυναμικό. Αντίθετα με την εξωτερική του πολιτική, στο εσωτερικό του βυζαντινού κράτους τα επιτεύγματα υπήρξαν διαχρονικά και μνημονεύονται έως σήμερα. Ως έναν ελάχιστο φόρο τιμής στον Ιουστινιανό εξετάσαμε έναν χάλκινο Φόλλι που κυκλοφόρησε με την συμπλήρωση των τριάντα ετών της βασιλείας του από το νομισματοκοπείο της Κυζίκου. Ο ακοίμητος και ακατάπαυστος (Perpetuus) αυτοκράτωρ μεριμνά για την επέκταση και στερέωση της μοναδικής χριστιανικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το οικουμενικό του όραμα αποτυπώνεται εμφανώς στο νόμισμα, αποτελώντας ιερή παρακαταθήκη για τους επιγόνους του.


V. Πρωτογενείς πηγές

1. Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, Ηλιοδρόμιο, Αθήναι, 2001.
2. Προκόπιος, Υπέρ των πολέμων 1, Επιμέλεια: Dindorfius Guilielmus, Procopii Caesariensis opera omnia Ι, Βόννη, 1833.
3. Προκόπιος, Ανέκδοτα, Επιμέλεια: Dindorfius Guilielmus, Procopii Caesariensis opera omnia III, Βόννη, 1838.

VI. Βιβλιογραφία

1. Ahrweiler Helene, ΧΡΥΣΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΝΟΜΙΣΜΑ το δολάριο του μεσαίωνα, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, τεύχος 1, Νοέμβριος 1981.
2. Χριστοφιλοπούλου Αικατερίνη, Βυζαντινή Ιστορία 324-610, Τόμος Α’, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1996.
3. Ostrogorsky Georg, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Τόμος 1, Μετάφραση: Παναγόπουλος Ιωάννης, Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήναι, 2002.
4. Laiou E. Angeliki, The Economic History of Byzantium From the Seventh through the Fifteenth century, Dumbarton Oaks Research Library and Collection, Washington D.C, 2002.


[1] Η Συνωνή αφορούσε την υποχρέωση των αγροτικών πληθυσμών να διαθέτουν τα  προϊόντα τους στο  στράτευμα, όποτε παρίστατο ανάγκη καθώς και σε έκτακτες καταστάσεις που πιθανόν προέκυπταν 

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Byzantium. The lost Empire



A Chronicle as a tribute to Byzanrtium, from Discovery Channel, showing us the Byzantine Empire, starting at 330 A.D till the end in 1453. John Romer is amazing to it' s role both as a narrator and theatrical actor, trying to transfer  us the life as it appeared those years: 


Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Βασίλειος Β’ ο επονομαζόμενος και Βουλγαροκτόνος (976-1025)



Ἤστην δὲ ἄμφω ἤδη μὲν παρεληλακότε 
τὴν ἥβην, διαφόρω δὲ τὸ ἦθος· ὁ μὲν γὰρ 
Βασίλειος, ὁ καὶ τὴν ἡλικίαν πρεσβύτερος, 
ἐγρηγορὼς ἀεὶ καὶ σύννους ἐδείκνυτο 
καὶ πεφροντικώς, ὁ δέ γε Κωνσταντῖνος 
ἀνειμένος τοῖς πᾶσιν ὦπτο, ῥᾳθύμως τε 
τῆς ζωῆς ἔχων καὶ περὶ τὸν ἁβρὸν βίον 
ἐσπουδακώς. Αὐτοκράτορε μὲν οὖν ἄμφω
 οὐκ ἐδοκιμασάτην εἶναι, ἀλλ' ὅτι πρεσβύτερος 
αὐτῶν ὁ Βασίλειος, τὸ πᾶν τῆς ἐξουσίας 
περιζωσάμενος, μόνου τοῦ τῆς βασιλείας 
ὀνόμα τος τὸν ἀδελφὸν ἐκληρώσατο 
κοινωνόν· ἐπεὶ οὐδ' ἂν ἄλλως ἡ τῆς βασιλείας
 αὐτοῖς ἀρχὴ διεκυβερνήθη, εἰ μὴ τῷ πρώτῳ καὶ
 ἀκριβεστάτῳ ἡ αὐτοκράτωρ ἀπεκληρώθη διοίκησις.

Μιχαήλ Ψελλός "Χρονογραφία"

O Βασίλειος ήταν γιος του Ρωμανού Β’ και έγινε αυτοκράτορας με συναυτοκράτορα τον αδελφό του Κωνσταντίνο. Ο τελευταίος αφοσιώθηκε στην καλοπέραση των διασκεδάσεων και δεν ενδιαφέθηκε στο ελάχιστο για τα θέματα της αυτοκρατορίας. Ο Βασίλειος ήταν ένας γεροδεμένος και σκληραγωγημένος άνδρας που προτιμούσε να πολεμά στην πρώτη γραμμή, μαζί με τους στρατιώτες του που τον λάτρευαν. Κοιμόνταν μαζί τους, έτρωγε μαζί τους, φρόντιζε τα παιδιά των νεκρών στρατιωτών του να λάβουν στέγη, τροφή και παιδεία και εκείνα τον είχαν ως πατέρα τους. Επίσης, προστάτεψε την ραχοκοκαλιά του βυζαντινού στρατού που ήταν οι αγρότες-στρατιώτες με συνεχή διατάγματα.

Νομοθεσία υπέρ των στρατιωτών μικροϊδιοκτητών γης: Με βάση διάφορα διατάγματα μείωσε την φορολογία τους ενώ αύξησε, παράλληλα, τον φόρο στους μεγαλογαιοκτήμονες και την Εκκλησία. Το 996 εκδίδει την Νεαρά: “Περί των Δυνατών από Πενήτων επικτωμένων” η οποία περιορίζει την αύξηση της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας. Η νεαρά, συγκεκριμένα, ακύρωνε όλες τις πράξεις αγοράς γαιών στις οποίες είχαν προβεί οι δυνατοί από το 928 και εξής. Αν οι γαίες ήταν δημόσιες η ακύρωση έφθανε στα χρόνια του Αυγούστου. Το ίδιο κείμενο εμπεριείχε διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι ανώτατοι αξιωματούχοι που διέπρατταν ανθρωποκτονία τιμωρούνταν με την ποινή του θανάτου, όπως όλοι οι πολίτες, αλλά και κάποιες που περιόριζαν τις δικαιοδοσίες των τοπικών μητροπολιτών επί των αγροτικών κοινοτήτων, ενώ ρύθμιζαν και ζητήματα εμπορικής και οικονομικής φύσεως που ανέκυπταν από τη διοργάνωση των πανηγύρεων. Το 1002 με άλλη Νεαρά το “Αλληλέγγυον” υποχρέωσε τους Δυνατούς να πληρώνουν τον φόρο των μικροκαλλιεργητών που αδυνατούσαν οι ίδιοι να καταβάλλουν.  Για να ενισχύσει τους πένητες ο Βασίλειος δημοσίευσε νόμο με τον οποίο η συλλογική φορολογική ευθύνη προς το κράτος που ως τότε βάρυνε τους συγγενείς και τους γείτονες των νεκρών στρατιωτών και καλλιεργητών μετατοπίστηκε και επιβάρυνε πια μόνο τους δυνατούς από την κοινότητα του νεκρού, είτε αυτοί ήταν συγγενείς, είτε απλώς γείτονες). Ο Βασίλειος δεν ενυμφεύθη και πέθανε άκληρος, αφήνοντας να ταμεία του κράτους γεμάτα. Αυτά τα χρήματα διασπάθησαν οι επόμενοι αυτοκράτορες φέρνοντας στο χείλος της καταστροφής την αυτοκρατορία.

Η πρώτη Στάση του Βάρδα του Σκληρού: Μετά τον θάνατο του Ιωάννου Τζιμισκή το 976 οι γιοι του Ρωμανού Β' και της Θεοφανούς Βασίλειος και Κωνσταντίνος ανεβαίνουν στον θρόνο έχοντας ως παρακοιμώμενο, στην ουσία κηδεμόνα, τον θείο τους Βασίλειο Λακαπηνό, ο οποίος ήταν νόθος γιος του Ρωμανού Λακαπηνού. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς ο Βάρδας ο Σκληρός, ο οποίος είχε οριστεί κυβερνήτης (Δούκας) στην Μεσοποταμία, στασιάζει και ανακηρύσσεται αυτοκράτωρ. Μετά τις πρώτες του στρατιωτικές επιτυχίες του Σκληρού απέναντι στον επίσημο αυτοκρατορικό στρατό ο παρακοιμώμενος Βασίλειος στέλνει εναντίον του τον Βάρδα τον Φωκά, τον οποίο είχε εξορίσει ο Τζιμισκής στην Αμάσεια του Πόντου. Μετά από μία σειρά μαχών ο Φωκάς κατορθώνει να συντρίψει τον στρατό του Σκληρού στην Παγκάλεια, κοντά στο Αμόριο. Ο Σκληρός τότε καταφεύγει στο Χαλιφάτο.

Βασίλειος Λακαπηνός: Μετά την νίκη του αυτή ο παρακοιμώνενος Βασίλειος γίνεται παντοδύναμος. Η συνεχής πατρωνία του στους δύο αδελφούς έχει ως αποτέλεσμα την αντίδραση του Βασιλείου Β', ο οποίος κατορθώνει τελικά να απομακρύνει τον Βασίλειο Λακαπηνό με το να τον εξορίσει στην Κριμαία και να δημεύσει την περιουσία του το 985. 

Η δεύτερη στάση του Βάρδα του Σκληρού, η στάση του Βάρδα Φωκά και η ανάμειξη των Ρως:  Οι δυσκολίες τις οποίες αρχικά αντιμετώπισε ο Βασίλειος στον αγώνα του κατά των Βουλγάρων με την ήττα του 986 ενθάρρυναν την ταυτόχρονη εκδήλωση δύο διαφορετικών στασιαστικών κινημάτων, το ένα από τον Βάρδα τον Φωκά και το άλλο από τον Βάρδα τον Σκληρό. Οι στάσεις αυτές, στην ουσία, αντικατοπτρίζουν την θέληση των ισχυρών γαιοκτητών οικογενειών της Μικράς Ασίας να θέσουν υπό τον έλεγχό τους, είτε ολόκληρη την αυτοκρατορία είτε να την διαμοιράσουν. Είναι χαρακτηριστική η συμφωνία Σκληρού και Φωκά να διαχωρίσουν την αυτοκρατορία στο ασιατικό κομμάτι και το ευρωπαϊκό. Τα κινήματα αυτά αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς με τη στρατιωτική βοήθεια που απέστειλε στον Βασίλειο, κατόπιν δικής του παρακλήσεως, ο Βλαδίμηρος του Κιέβου, που εκείνη την εποχή βρισκόταν στην περιοχή της Χερσώνος, στην Κριμαία. Έτσι το 988 καταπνίγονται πλήρως και τα δύο κινήματα και λήγει ο εμφύλιος πόλεμος. Η συμφωνία του Βλαδιμήρου του Κιέβου με τον Βασίλειο Β' το 988 προέβλεπε ότι ο Ρώσος πρίγκιπας θα βοηθούσε τον αυτοκράτορα στην αντιμετώπιση των στασιαστών και θα ελάμβανε ως αντάλλαγμα μια Βυζαντινή πριγκίπισσα για σύζυγο. Η ολοκλήρωση του συναλλαγίου απαιτούσε τον εκχριστιανισμό των Ρως. Έτσι ο Βλαδίμηρος βαπτίστηκε, έλαβε το όνομα Βασίλειος και νυμφεύθηκε την αδελφή του αυτοκράτορα Άννα. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης που μια πορφυρογέννητη βυζαντινή πριγκίπισσα ήρθε σε γάμου κοινωνία με ξένο, και μάλιστα ως τη στιγμή εκείνη, μη Χριστιανό, ηγεμόνα. Ο λαός του Βλαδιμήρου βαπτίστηκε μαζικά στα ποτάμια από τους κληρικούς που ήδη ιερουργούσαν στην επικράτεια του κράτους του Κιέβου αλλά και από τους πολλούς ιερείς που ακολούθησαν την Άννα στο ταξίδι της προς τη Ρωσία. Δέον να σημειώσουμε ότι η περίφημη Ντρουζίνα των 6.000 Βαράγγων Ρως που έστειλε ο Βλαδίμηρος στον Βασίλειο απετέλεσε, μετἀ τον πόλεμο, την προσωπική του φρουρά.

Το βουλγαρικόν ζήτημα και οι βυζαντινοβουλγαρικοί πόλεμοι: Όταν ο Ιωάννης Τζιμισκής κατέλυσε την Βουλγαρία το 972 και την ενέταξε στην Βυζαντινή επικράτεια, επαναφέροντας μετά από πολλούς αιώνες τα σύνορα του κράτους στον Δούναβη, μεταξύ των κατακτημένων Βουλγάρων αναπτύχθηκε έντονη απελευθερωτική δραστηριότητα υπό την καθοδήγηση των Κομιτόπουλων, των γιων δηλαδή του Βούλγαρου Κόμη Νικολάου. Η δραστηριότητα από την πλευρά των Βουλγάρων εκδηλώθηκε καταρχήν με την καταστροφή πόλεων της βόρειας και κεντρικής Ελλάδας και στη συνέχεια με τη δημιουργία κράτους στην περί την Αχρίδα περιοχή, το οποίο μεγάλωνε διαρκώς με την κατάκτηση Βυζαντινών εδαφών της κυρίως Ελλάδας. Του κράτους ηγείτο ο Σαμουήλ, ο νεώτερος γιος του Νικολάου. Στην αρχή ο Σαμουήλ είχε επιτυχίες εκμεταλλευόμενος, αφενός μεν τις εμφύλιες διαμάχες για τον βυζαντινό θρόνο, αφετέρου δε την επανειλημμένη ανάγκη εκστρατεύσεως του Βασιλείου στην Ανατολή. Το 985 αλώνει την Λάρισα και λεηλατεί την Κεντρική Ελλάδα. Το 986 ο βυζαντινός στρατός ηττάται στις Πύλες του Αδριανού στην Θράκη. Το 991 οι Βούλγαροι καταλαμβάνουν την Μοισία. Το 996, όμως, οι Βούλγαροι δέχονται την πρώτη τους ήττα στον Σπερχειό ποταμό από τον στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό. Το 1001 ο βυζαντινός στρατός καταλαμβάνει την Έδεσσα, την Βέροια και τα Σέρβια. Το 1002 κυριεύει το Βιδίνιον. Ο Σαμουήλ ως απάντηση κυριεύει και λεηλατεί την Αδριανούπολη, όμως δεν χαίρεται αυτή του την νίκη καθώς στα Σκόπια ο Βασίλειος επιτίθεται αιφνιδιαστικά και συντρίβει τους Βουλγάρους. Το 1005 το Βυζάντιο επανακτά το Δυρράχιον. Η «επανάσταση» των Κομιτοπούλων που απασχόλησε ιδιαίτερα την αυτοκρατορία, ουσιαστικά έληξε το 1014 με τη μάχη του Κλειδίου στην οποία ο στρατηγός Νικηφόρος Ξιφίας κατατρόπωσε τους Βουλγάρους. Το 1017  ο βυζαντινός στρατός επανακτά την Καστοριά και την Οχρίδα και το 1018 ολόκληρη η Βουλγαρία μετατρέπεται σε βυζαντινή επαρχία.

Στην Ανατολή οι ήττες του Δούκα της Αντιοχείας Μιχαήλ Βούρτζη από τους Άραβες ανάγκασαν τον Βασίλειο να εκστρατεύσει το 995 για να σώσει το πολιορκούμενο Χαλέπι και την Αντιόχεια, αλλά και για να επεκτείνει την βυζαντινή επικράτεια έως την Τρίπολη του Λιβάνου. Είναι εκπληκτική η ταχύτητα με την οποία διέσχισε, εντός λίγων μόνον ημερών, την Μικρά Ασία για να βρεθεί στην Βόρειο Συρία.

Το 992 ο Βασίλειος Β' υπέγραψε συνθήκη με τον Δόγη της Βενετίας Πιέτρο Ορσεόλο Β', σύμφωνα με την οποία η Βενετία θα πλήρωνε λιγότερους τελωνειακούς δασμούς στην Κωνσταντινούπολη με αντάλλαγμα την ναυτική συνδρομή της για την μεταφορά βυζαντινών στρατευμάτων στη νότια Ιταλία σε περιόδους πολέμου. Επρόκειτο για την πρώτη βυζαντινο-ενετική συμφωνία η οποία δεν είχε συνέχεια για τουλάχιστον ένα αιώνα. Το 1082, όμως, ο Αλέξιος ο Α' ποιώντας την ανάγκη φιλοτιμία (λόγω του ότι εκείνη την εποχή το βυζαντινό πολεμικό ναυτικό ήταν ανύπαρκτο) ξεκίνησε, εκ νέου, τις επαφές με τους Βενετούς καταλήγοντας στο Χρυσόβουλο του 1082 που ωδήγησε στην οικονομική και αργότερα και πολιτική υποδούλωση του Βυζαντίου από την Δύση.

Στις 15 Δεκεμβρίου του 1025 ο Βασίλειος ο Β’ πεθαίνει. Μάλιστα ο θάνατός του ήρθε την στιγμή που ετοίμαζε εκστρατεία προς Δυσμάς για να αποκαταστήσει την βυζαντινή εξουσία και εκεί, ακολουθώντας τα βήματα του Ιουστινιανού. Ο θάνατος του Βασιλείου σηματοδοτεί το τέλος της βυζαντινής εποποιίας. Την επόμενη του θανάτου του το Βυζάντιο εισέρχεται στην εποχή της παρακμής η οποία θα τερματιστεί με την άνοδο στον θρόνο του Αλεξίου το 1081. Κατά την διάρκεια αυτών πενήντα έξι ετών η αυτοκρατορία αναδιπλώνεται και χάνει μεγάλο μέρος των εδαφών της μετατρεπόμενη σε μία μεσαίου μεγέθους δύναμη. Αυτό, όμως, αποτελεί θέμα για ένα επόμενο άρθρο μας.

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Ιωάννης Γ' Δούκας Βατάτζης (1222-1254)



“Καθὼς γοῦν εἰρήκειν, μετὰ τὴν τελευτὴν αὐτοῦ
ἐπιλαμβάνεται τῶν Ῥωμαϊκῶν σκήπτρων
Ἰωάννης ὁ Δούκας ὁ γαμβρὸς αὐτοῦ, στεφθεὶς παρὰ τοῦ
πατριάρχου Μανουήλ, ὃς τὸν Μάξιμον διεδέξατο.
Ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς Ἰωάννης ἄρτι τῶν σκήπτρων
ἐπειλημμένος καὶ κομιδῇ ἐν στενῷ οὖσαν τὴν
τῶν Ῥωμαίων τεθεαμένος ἀρχήν, οὐκ ἀνασχόμενος ἐν
πολλοστοῖς βασιλεύειν, δύο παραδραμόντων ἐνιαυτῶν
μάχην ποιεῖται μετὰ τῶν Ἰταλῶν.”

Γεώργιος Ακροπολίτης «Χρονική Συγγραφή»

Ήταν γαμπρός του Θεόδωρου Λασκάρεως, καθώς είχε νυμφευθεί την κόρη του Ειρήνη. Μόλις ανέβηκε στον θρόνο αντιμετώπισε τους αδελφούς του Θεοδώρου Ισαάκιο και Άγγελο, οι οποίοι δεν τον αναγνώριζαν ως νόμιμο διάδοχο και κατέφυγαν στον Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως. Το 1224 νικά τον στρατό των Λατίνων στο Ποιμανηνό. Καταλαμβάνει όλες τις κτήσεις τους στην Μικρά Ασία πλην της Χαλκηδόνος και της Νικομήδειας. Έπειτα μεταφέρει τον πόλεμο στην Ευρωπαϊκή ακτή όπου κυριεύει πολλές πόλεις στην Θράκη και την Μακεδονία. Ταυτόχρονα ναυπηγεί στόλο στην Λάμψακο και ανακαταλαμβάνει τα νησιά Λέσβο, Χίο, Σάμο, Ικαρία, Κω, ενώ στα Δωδεκάνησα και την Ρόδο που ήταν υπό την ηγεμονία του βυζαντινού άρχοντος Λέοντος Γαβαλά επιβάλλει την επικυριαρχία του. Η παρουσία της Νίκαιας σε Θράκη και Μακεδονία θα την φέρει σε σύγκρουση με το Δεσποτάτο της Ηπείρου.

Ο Δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Δούκας Άγγελος ακολούθησε επεκτατική πολιτική. Κατέλαβε την Θεσσαλία, την Μακεδονία και μεγάλο μέρος της Θράκης. Το 1223 κυριεύει την Θεσσαλονίκη  και έδειχνε ότι θα ήταν εκείνος που έπαιρνε την Κωνσταντινούπολη από τους Λατίνους. Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης αυτοχρίζεται αυτοκράτωρ, ερχόμενος σε ευθεία ρήξη με το κράτος της Νίκαιας και τον Ιωάννη Βατάτζη για την οικειοποίηση του βυζαντινού αυτοκρατορικού τίτλου. Η Νίκαια θεωρούσε ότι ήταν εκείνη το διάδοχο κρατικό σχήμα της ενιαίας βυζαντινής αυτοκρατορίας καθόσον εκεί είχαν καταφύγει οι ευγενείς, οι αξιωματούχοι και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Η κόντρα αυτή θα εκλείψει το 1230 όταν ο Θεόδωρος θα υποστεί μία σοβαρή ήττα στην Κλοκοτνίτσα από τους Βουλγάρους του Ιβάν Ασέν, οι οποίοι θα καταλάβουν ένα μεγάλο μέρος της βαλκανικής από τον Εύξεινο Πόντο έως την Αδριατική. Το Δεσποτάτο της Ηπείρου θα συρρικνωθεί στην δυτική Ελλάδα και την Αλβανία που ήταν η αρχική του επικράτεια.

Ο Ιωάννης Βατάτζης συμμαχεί με τον Ιβάν και πολιορκούν την Κωνσταντινούπολη το 1235 και 1236. Δεν καταφέρνουν τελικά να την εκπορθήσουν αλλά είναι ορατό πλέον το γεγονός ότι είναι θέμα χρόνου η εκδίωξη των Λατίνων. Το 1241 πεθαίνει ο Ιβάν και ο Ιωάννης απαλλάσσεται από έναν πιθανό ισχυρό αντίπαλο. Το 1242 πολιορκεί την Θεσσαλονίκη και δέχεται την υποτέλεια της στην Νίκαια. Την ίδια χρόνια οι Σελτζούκοι και το κράτος της Τραπεζούντος γίνονται φόρου υποτελείς στους Μογγόλους. Το 1243 οι Σελτζούκοι συντρίβονται από τους Μογγόλους στην Μάχη του Κιοσέ Νταγ. Λίγο αργότερα, όμως, οι Μογγόλοι εγκαταλείπουν την Μικρά Ασία. Έτσι ο Ιωάννης έχει ελεύθερο το πεδίο σε Μικρά Ασία και Βαλκανική. Το 1246 εισβάλλει στην Βουλγαρία και αποσπά το νότιο τμήμα της με αρκετές περιοχές στην Θράκη και την Μακεδονία. Την ίδια χρόνια γίνεται κύριος της Θεσσαλονίκης. Το 1251 ο Δεσπότης της Ηπείρου Νικηφόρος επιτίθεται κατά της Νίκαιας στην δυτική Μακεδονία αλλά αποτυγχάνει.

Το 1245 ο Ιωάννης Βατάτζης συμμαχεί με τον ισχυρό Γερμανό ηγεμόνα Φρειδερίκο Β’ και παίρνει ως σύζυγο την κόρη του Κονστάνς. Απώτερος στόχος του Βατάτζη ήταν να αποτρέψει πιθανή Σταυροφορία κατά της Νίκαιας από τον Πάπα. Είναι γεγονός ότι ο Ιωάννης Βατάτζης ήθελε συνεργασία με τον Πάπα, όμως εκείνη την περίοδο στον παπικό θρόνο ήταν ο Γρηγόριος Θ’ ένας αδιάλλακτος Πάπας. Ο Βατάτζης συνεκάλεσε Σύνοδο το 1232 στο Νυμφαίον για να εξετάσει την προσέγγιση της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας με την Εκκλησία της Ρώμης. Ο Πάπας, όμως, απαιτούσε από τον Βατάτζη να σταματήσει να απειλεί την λατινοκρατούμενη Κωνσταντινούπολη και να δεχθεί τα δεδομένα που προέκυψαν από την Δ’ Σταυροφορία. Ο Ιωάννης Βατάτζης, με επιστολή του στον Πάπα, απέρριψε το αίτημα διότι, πολύ απλά, θεωρούσε ότι δικαιωματικά η Κωνσταντινούπολη ανήκει στους Ρωμαίους (Βυζαντινούς). Ο ίδιος στην επιστολή διατηρεί τον τίτλο: “Εν Χριστώι τωι Θεώι πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων”, θέλοντας έτσι να δηλώσει παρών ως η συνέχεια των βυζαντινών αυτοκρατόρων της ενιαίας έως το 1204 αυτοκρατορίας. Όταν πεθαίνει ο Γρηγόριος και ανεβαίνει στον παπικό θρόνο ο Ιννοκέντιος Δ’ το 1243 τα πράγματα αλλάζουν. Ο Ιωάννης Βατάτζης επεδίωξε να συνεχίσει την επαφή με την έδρα της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και δικαιώθηκε. Οι διαπραγματεύσεις  έγιναν πιο ουσιαστικές και οι δύο πλευρές βρέθηκαν κοντά σε συμφωνία, η οποία, όμως, βρήκε αντίθετο τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μανουήλ Β'.

Ο Ιωάννης Βατάτζης ήρθε σε σύγκρουση με τους Βενετούς. Για τον λόγο αυτό επιχείρησε να προσεταιρισθεί τους αντιπάλους τους Γενουάτες.  Εδώ, βεβαίως, υπέπεσε στο ίδιο σφάλμα με τους Κομνηνούς, οι οποίοι, έναν αιώνα πριν, τον 12ο, επιχείρησαν την ίδια τακτική, δίχως όμως σοβαρά αποτελέσματα. Τουναντίον έδωσαν εμπορικά προνόμια σε μία δεύτερη Βενετία, όπως ήταν η Γένουα. Ο Βατάτζης, συγκεκριμένα, δεν αναγνώρισε τις συμφωνίες του Θεοδώρου Λάσκαρη και έδιωξε τους Βενετούς, από την Λάμψακο αρχικά, και μετά από όλες τις παραλιακές πόλεις της Νίκαιας. Παράλληλα ναυπήγησε στόλο για να προστατεύει τις παράλιες πόλεις του. Η ναυπήγηση στόλου ήταν άριστη ενέργεια. Μάλιστα ο Θεόδωρος Λάσκαρης ήταν ο πρώτος που ξεκίνησε το όλο εγχείρημα της δημιουργίας πολεμικού ναυτικού, προσπαθώντας να αποκαταστήσει την παλαιά βυζαντινή αίγλη στην θάλασσα.

Αναφορικά με την εσωτερική διοίκηση του κράτους του ο Βατάτζης δεν ανέχθηκε την διαφθορά και τις άσκοπες σπατάλες. Προώθησε την ναυτιλία, το εμπόριο, την κτηνοτροφία και τις γεωργικές καλλιέργειες που γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη. Παράλληλα, θέλοντας να τονώσει την οικονομία της Νίκαιας, περιόρισε τις εισαγωγές με το να θέσει υπέρογκους δασμούς στα εισαγώμενα είδη, κυρίως στα είδη πολυτελείας. Ο ίδιος πρόηγαγε την λιτή διαβίωση. Ταυτόχρονα προώθησε το εξαγωγικό εμπόριο της Νίκαιας. Ο συνδυασμός των παραπάνω του έδωσε την δυνατότητα να διατηρήσει την φορολογία σε χαμηλά επίπεδα με αποτέλεσμα οι υπήκοοι του κράτους του, ιδιαίτερα τα φτωχά στρώματα, να αισθάνονται ότι δεν είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης. Επίσης, αναβίωσε τον θεσμό των γεωργών-στρατιωτών παραχωρώντας τους γη ενώ ενίσχυσε το σύστημα των συνοριακών φρουρίων. Τέλος, ευνόησε τις τέχνες και τα γράμματα. Ο Γεώργιος Ακροπολίτης και ο Νικηφόρος Βλεμμύδης ήταν ονομαστοί Λόγιοι, τους οποίους είχε στην αυλή του. Ο Ιωάννης Βατάτζης πέθανε τον Νοέμβριο του 1254 στο Νυμφαίον. Ανεκηρύχθη Άγιος και ονομάστηκε Ελεήμων. 

Αποσπάσματα επιστολής του Ιωάννου Βατάτζη στον Πάπα Γρηγόριο Θ’ (Περιοδικόν «Αθήναιον» Α’ 1872)

“Ιωάννης εν Χριστώι τωι Θεώι πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων ο Δούκας τωι αγιωτάτωι πάπαι της πρεσβυτέρας Ρώμης Γρηγορίωι σωτηρίας και ευχών αίτησιν.
[…] Και ότι μεν από του ημετέρου γένους η σοφία και το εκ ταύτης αγαθόν ήνθησε και εις άλλους διεδόθη, καλώς είρηται. Πως όμως ηγνοήθη ή και μη αγνοηθέν πως εισηγήθη ότι μετά της σοφίας είναι προσκεκληρωμένη εις το γένος ημών παρά του Μεγάλου Κωνσταντίνου και η βασιλεία; Τις αγνοεί ότι ο κλήρος της διαδοχής εκείνου εις το ημέτερον διέβη γένος και ότι ημείς είμεθα οι τούτου κληρονόμοι και διάδοχοι.

Ημείς βιασθέντες του τόπου, αλλά δέν παραιτούμεθα τα δικαιώματα ημών επί της αρχής και του κράτους της Κωνσταντινουπόλεως. Ο βασιλεύων άρχει και κρατεί έθνους και λαού και πλήθους ου χιλίθωντε και ξύλον άτινα αποτελούσι τα τείχη και τα πυργώματα.
[…] Επειδή δε η σή τιμιότης δια του γράμματος παρακινεί να μην παρενοχλώμεν τον σον φίλον και υιόν Ιωάννην Βρυέννιον, καθιστώμεν γνωστόν ότι δεν γνωρίζομεν που γης ή θαλάσσης είναι η επικράτεια αυτού του Ιωάννου. Εάν δε περί Κωνσταντινουπόλεως είναι ο λόγος δήλον καθιστώμεν ως ουδέποτε παυσόμεθα μαχόμενοι και πολεμούντες τοις κατέχουσι την Κωνσταντινούπολιν. Η γάρ αν άδικο ίημεν και φύσεως νόμους και πατρίδος θεσμούς και πατέρων τάφους και τεμένη θεία και ιερά, ειμή εκ πάσης της ισχύος, τούτων ένεκα διαγωνισόμεθα.”

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Μιχαήλ Γ' 842-867



βασιλες δ Μιχαλ δη τν παιδικν
παραμείψας κα τς νδρικς πτόμενος λικίας 
μείρετο τν πραγμάτων δι' αυτο ντέχεσθαι
παραθηγόμενος ες τοτο κα παρ το πιτρόπου 
κα θείου Βάρδα το τς βασιλίδος δελφο
οτος γρ ρωτα περικα τς βασιλείας
σχηκς οδν λλο πραγματεύετο, λλ' τ 
πρς τ σπουδαζόμενον συμβαλλόμενα.

Ιωάννης Σκυλίτζης

Γιος του Θεοφίλου. Όταν πέθανε ο Θεόφιλος ήταν 3 ετών, ως εκ τούτου επιτροπεύονταν από την μητέρα του Θεοδώρα, τον Μέγα Λογοθέτη Θεόκτιστο, τον Μάγιστρο Μανουήλ και τον Βάρδα που ήταν Πατρίκιος και αδελφός της Θεοδώρας. Η Θεοδώρα το 843, αφού απομακρύνει τον Πατριάρχη Ιωάννη Γραμματικό και τοποθετήσει στην θέση του τον Μεθόδιο, προχωρά στην αναστύλωση των εικόνων. Έτσι τερματίζεται οριστικά η Εικονομαχία. Η επιστροφή των εικόνω εορτάζεται κάθε χρόνο στην λεγόμενη και "Κυριακή της Ορθοδοξίας". Ο Μιχαήλ είναι περισσότερο γνωστός για τα γεγονότα που συνέβησαν στην εποχή του από την πρωτοβουλία εκείνων που βρίσκονταν είτε στην επιτροπεία του είτε στον κύκλο του ως αυτοκράτορα. Στην αρχή ήταν Η Θεοδώρα και ο Θεόκτιστος, μετά την σκυτάλη την πήρε ο Βάρδας και τέλος ο Βασίλειος, ο οποίος τελικά δολοφόνησε τον Μιχαήλ. 

Η Θεοδώρα κυβέρνησε με την βοήθεια του Θεοκτίστου από το 843 έως περίπου το 854. Ο Θεόκτιστος στις στρατιωτικές του πρωτοβουλίες απέτυχε, όπως το 843 με την αποτυχημένη απόπειρα του να ανακαταλάβει την Κρήτη από τους Άραβες. Στην εσωτερική του πολιτική, όμως, ήταν επιτυχημένος αφού κατάφερε να αυξήσει τα κρατικά αποθέματα σε χρυσό μέσω της χρηστής και επιμελημένης διαχειρίσεως του κρατικού θησαυροφυλακίου.

Το 854 ο Βάρδας δολοφονεί τον Θεόκτιστο. Έτσι ξεκινά η περίοδος της δικής του επιρροής στον βασιλικό θρόνο. Το 856 πείθει τον Μιχαήλ ώστε να απομακρύνει την Θεοδώρα και τις κόρες της από το παλάτι, αφού πρώτα απομακρύνει τον Πατριάρχη Ιγνάτιο. Το 846 ανεβαίνει στον Πατριαρχικό θρόνο ο Ιγνάτιος (γιος του παλαιού αυτοκράτορος Μιχαήλ Α’ Ραγκαβέ) ο οποίος είναι ζηλωτής, δηλαδή υπέρ της αυστηρής τήρησης της χριστιανικής ηθικής. Ο ίδιος δεν συμφωνεί με την άσωτη ζωή που κάνει ο Μιχαήλ και ο Βάρδας. Παράλληλα, αρνείται να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του Βάρδα ο οποίος του ζητούσε να κουρέψει την Θεοδώρα και τις κόρες της και να τις στείλει να καρούν μοναχές. Η αντίθεσή του αυτή έχει ως αποτέλεσμα να καθαιρεθεί το 857 από Πατριάρχης και στην θέση του να ανέλθει ο Φώτιος

Στο στρατιωτικό μέτωπο ο αδελφός του Βάρδα Πετρωνάς στέλνεται το 856 να αντιμετωπίσει τους Παυλικιανούς στην Τεφρική αλλά αποτυγχάνει. Το 863, όμως, ο Πετρωνάς συντρίβει τους Άραβες στις όχθες του ποταμού Λαλακάοντα. Έκτοτε οι στρατιωτική πρωτοβουλία περνά στα χέρια των Βυζαντινών. Την ίδια χρονιά ο Πετρωνάς χτυπά νικηφόρα και τους Παυλικιανούς. Την προηγούμενη χρονιά, το 862, ο Βάρδας χρίζεται Καίσαρας από τον Μιχαήλ. Τέλος, να επισημάνουμε ότι το 860 κάνουν την εμφάνισή τους για πρώτη φορά οι Ρως οι οποίοι επιχειρούν να λεηλατήσουν τα παράλια του Βοσπόρου αλλά αποκρούονται επιτυχώς. 

Ο Βάρδας, τέλος, οργάνωσε την περίφημη Σχολή της Μαγναύρας (Magna aula), δίδοντας, εκ νέου, ώθηση στην ανώτατη παιδεία. Για τον σκοπό αυτό κάλεσε τον Λέοντα τον Μαθηματικό, τον οποίο κατέστησε υπεύθυνο της Σχολής. 

Το 866 ο Βάρδας δολοφονείται από τον Βασίλειο τον παρακοιμώμενο, τον μετέπειτα αυτοκράτορα. Ο Βασίλειος μετά από αυτό υιοθετείται από τον Μιχαήλ (άτεκνος ων) και στέφεται συμβασιλέας. Ο Μιχαήλ όλη την ζωή του την πέρασε στα συμπόσια και τις διασκεδάσεις κατασπαταλώντας τα κρατικά χρήματα. Γεγονός πάντως είναι ότι ο Μιχαήλ κάποια στιγμή άλλαξε στάση έναντι του Βασιλείου και επιχείρησε να τον δολοφονήσει ανεπιτυχώς, αποφασιμένος να στέψει  συμβασιλέα κάποιον άλλον ευνοούμενο του. Ο Βασίλειος, τελικά, τον πρόλαβε και τον δολοφόνησε τον Σεπτέμβριο του 867.

Το Φωτίειον Σχίσμα: Το 863 είναι η επίσημη έναρξις του Σχίσματος του Φωτίου. Είχε προηγηθεί η αποστολή αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ρώμης στην Κωνσταντινούπολη το 861 με σκοπό, αφενός μεν την επιστροφή του ιλλυρικού στην παπική εκκλησιαστική εξουσία (είχε αφαιρεθεί από τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ τον προηγούμενο αιώνα), αφετέρου δεν την επανεξέταση της καθαίρεσης του Ιγνατίου από τον πατριαρχικό θρόνο, κατά την οποία η ρωμαϊκή Εκκλησία διαπίστωσε ότι έγινε αντικανονικά. Ὁ Πάπας Νικόλαος Αʹ, μή δυνάμενος νά δεχθεῖ τήν ἧττα του, προχώρησε στήν καθαίρεση τοῦ Πατριάρχου Φωτίου, ἀποφασίζοντας, παράλληλα, τήν ἐπάνοδο τοῦ Ἰγνατίου στήν πατριαρχία, σέ σύνοδο πού συνεκάλεσε στή Ρώμη. Το 867 η ρήξη στίς σχέσεις Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Ἐκκλησίας μέ ἀφορμή τήν ἀνάδειξη τοῦ Φωτίου σέ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως συνεχίζεται. Σέ σύνοδο πού συνεκλήθη στήν Κωνσταντινούπολη ἀφορίστηκε ὁ Πάπας Νικόλαος, καταδικάστηκε ἡ προσθήκη τῶν δυτικῶν, τοῦ λεγόμενου καί filioque (ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ), στά ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως ἐνῶ ἀποφασίστηκε νά μή δίνει λόγο ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως σέ ἐκείνην τῆς Ρώμης γιά τά τοῦ οἴκου της. Λίγο μετά, τήν ἴδια χρονιά, ἀναλαμβάνει αὐτοκράτορας ὁ Βασίλειος. Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ Βασίλειος, στά πλαίσια τῆς ἐξομάλυνσης τῶν σχέσεων τοῦ Βυζαντίου μέ τήν Παπική Ἐκκλησία, καθήρεσε τόν Φώτιο ἀπό Πατριάρχη ἐπαναφέροντας στό ἴδιο ἀξίωμα τόν Ἰγνάτιο.

Εκχριστιανισμός των Σλάβων: Το 863, επί βασιλείας του Μιχαήλ Γ’, ο ηγεμόνας των Σλάβων της Μοραβίας Ρατισλάβος ζήτησε τον εκχριστιανισμό του ιδίου και των υπηκόων του. Ο Φώτιος άδραξε την ευκαιρία και έστειλε τους αδελφούς Κωνσταντίνο και Μεθόδιο. Ο Κωνσταντίνος όταν εκάρη μοναχός μετωνομάσθη σε Κύριλλο. Οι ίδιοι επινόησαν ένα νέο αλφάβητο το οποίο ανταποκρίνονταν την σλαβική. Το αλφάβητο αυτό ήταν το Γλαγολιτικό. Με βάση το Γλαγολιτικό αλφάβητο δημιουργήθηκε η Κυριλλική Γραφή όπου μεταφράστηκε η Αγία Γραφή. Είναι γεγονός ότι ο Πάπας πιάστηκε στον ύπνο από την ταχύτατη ανταπόκριση του Φωτίου στο αίτημα του Ρατισλάβου. Η αντίδρασή του εκδηλώθηκε με το να καλέσει σε απολογία τους Κύριλλο και Μεθόδιο για την παραβίαση του Τριγλωσσικού, δηλαδή την τέλεση της Θείας Λειτουργίας στα Εβραϊκά, τα Ελληνικά και τα Λατινικά.

Βάπτισις του Βόρη και των Βουλγάρων: Το 864 ο Φώτιος βαπτίζει χριστιανό τον ηγεμόνα των Βουλγάρων Βόρη, δίδοντας το όνομα του αναδόχου του Μιχαήλ (από τον Μιχαήλ Γ’). Ο Φώτιος για να νουθετήσει τον Βόρη-Μιχαήλ έγραψε ένα κείμενο που μετωνομάσθη αργότερα Ηγεμών. Και σε αυτή την περίπτωση ο Φώτιος πρόλαβε τον Πάπα έχοντας μία ακόμη «διπλωματική» επιτυχία, δεδομένου ότι συμπεριέλαβε την νεοσύστατη βουλγαρική Εκκλησία στην δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως