Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οι Δήμοι και ο ρόλος τους στο βυζαντινό κράτος



Οι «Δήμοι» στο Βυζάντιο αποτελούν κατάλοιπο των δημοκρατικών θεσμών. Αρχικά λειτουργούσαν ως λαϊκές ομάδες οι οποίες, στη συνέχεια, μετεξελίχθησαν σε αθλητικά σωματεία τα οποία είχαν επιφορτιστεί με την οργάνωση των ιππικών αγώνων. 

Με την πάροδο του χρόνου, αυτά τα σωματεία απέκτησαν υπολογίσιμη πολιτική ισχύ. Από μαρτυρίες τις οποίες έχουμε η δραστηριότητά τους λάμβανε χώρα σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, τόσο στον ελλαδικό χώρο (Ρόδος, Γόρτυνα, Νέα Αγχίαλος κ.ά)  όσο και στη Μικρά Ασία (Μίλητος, Έφεσος Κύζικος, Πριήνη, Στρατονίκεια κ.ά), την Ανατολή (Αντιόχεια, Ιερουσαλήμ, Καισάρεια Παλαιστίνης, Έμεσα κ.ά) και την Αίγυπτο (Αλεξάνδρεια, Οξύρυγχος, Αντινόη κ.ά).

Οι Δήμοι διακρίνονταν από τον χρωματισμό που είχαν τα εμβλήματά τους. Έτσι είχαμε τους Πράσινους, τους Λευκούς, τους Βένετους και τους Ρούσιους. Δηλαδή τέσσερις ξεχωριστούς Δήμους.  Επισήμως δεν είχαν κάποια πολιτική εξουσία. Από τον 5ο αιώνα οι αρχηγοί τους διορίζονταν από τον αυτοκράτορα.

Από αυτούς τους τέσσερις Δήμους οι Βένετοι και οι Πράσινοι ήταν οι πιο ισχυρές ομάδες στις πόλεις της Ανατολής και διαδραμάτισαν ισχυρό πολιτικό ρόλο από τότε που ανέβηκε στο θρόνο ο Θεοδόσιος ο Β’ το 408 έως την άνοδο στο θρόνο του Ηρακλείου το 610.  

Το 532 επιχείρησαν να εκθρονίσουν τον Ιουστινιανό με τη λεγόμενη Στάση του Νίκα που είχε ως αφετηρία τον Ιππόδρομο και λίγο έλλειψε να του στοιχίσει το θρόνο. Τότε ήταν που ξεχώρισε η ισχυρή προσωπικότητα της συζύγου του Θεοδώρας η οποία τον παρότρυνε και τον εμψύχωσε ώστε να μη δειλιάσει: "εμέ γαρ τις και παλαιός αρέσκει λόγος, ως καλόν εντάφιον η βασιλεία εστί" (Προκόπιος: "Υπέρ των Πολέμων")

Να σημειωθεί, όμως, ότι ο Ostrogorsky (Ιστορία του Βυζαντινού κράτους Α' Τόμος)μνημονεύει δύο περιπτώσεις ανόδου στο θρόνο αυτοκρατόρων με τη συνδρομή των Δήμων περί τα τέλη του 7ου αιώνος. Πρόκειται για τον Λεόντιο, ο οποίος το 695 εξεθρόνισε τον Ιουστινιανό τον Β' (κόβοντάς του τη μύτη εξ ου και το προσωνύμιοΡινότμητος για τον Ιουστιανιανό Β') με τη βοήθεια των Βένετων και τον Τιβέριο τον Β' τον Αψίμαρο, ο οποίος εξεδίωξε τον Λεόντιο το 698 με τη βοήθεια των Πρασίνων.

Οι Βένετοι εκπροσωπούσαν την παλαιά αριστοκρατία των γαιοκτημόνων και εκείνοι που τους ακολουθούσαν ήταν δημόσιοι υπάλληλοι, ανακτορικοί υπάλληλοι, εκκλησιαστικοί υπάλληλοι και μέλη αρχοντικών οικογενειών. Το κύριο ενοποιητικό στοιχείο τους ήταν η προσκόλλησή τους στην Ορθοδοξία και η πιστή τήρηση των αποφάσεων των οικουμενικών συνόδων.
Οι Πράσινοι, από την άλλη, εξέφραζαν τα ανώτερα αστικά στρώματα, όπως των μεγαλεμπόρων, των βιοτεχνών, επίσης τους αυλικούς και όσους προσέφεραν οικονομικές υπηρεσίες. Απολάμβαναν της υποστηρίξεως των εργατών, των τεχνιτών και των μικροπραματευτάδων. Βασικό χαρακτηριστικό τους ήταν οι δεσμοί με την Ανατολή και το γεγονός ότι ήταν ευεπίφοροι σε αιρετικές διδασκαλίες.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η ευγενική καταγωγή στο Βυζάντιο. 11ος αιών, απόσπασμα από τον Μιχαήλ Ατταλειάτη

Φωτό: Χειρόγραφη υπογραφή Μιχαήλ Ατταλειάτου
Στην μεσοβυζαντινή εποχή η συγκλητική αριστοκρατία μεταβάλλεται σε αυλική αριστοκρατία. Το ίδιο συμβαίνει και με την ιεραρχία. Οι τίτλοι των σχολών πολλαπλασιάζονται κατά την βασιλεία του Ιουστινιανού Β’ (685-995 & 705-711), όπως για παράδειγμα: Σπαθάριοι, Κανδιδάτοι, Μανδάτορες κ.ά. Επίσης, δημιουργούνται νέοι τίτλοι ή αναβιώνουν παλαιοί που είχαν εκπέσει, π.χ ο Ανθύπατος τον 9ο, ο Δισύπατος επίσης τον 9ο, Πρόεδρος της Συγκλήτου, Βέστης ή Βεστιάρχης, Σεβαστός τον 11ο.
Στο 2ο ήμισυ του 9ου οι Γενεαλογίες των Ευγενών παίρνουν φανταστικά και πλάθουν μυθιστορηματικά την καταγωγή τους από επιφανείς ρωμαϊκές οικογένειες της παλαιάς Ρώμης. Για παράδειγμα, ο Βίος του Βασιλείου, ιδρυτού της Μακεδονικής Δυναστείας, αφήνει τέτοια υπονοούμενα. Επίσης, οι Φωκάδες, μεγαλογαιοκτήμονες (Δυνατοί) από την Μικρά Ασία, ισχυρίζοντο ότι κατάγονταν από τους Φαβίους. Γενικά, η άσκηση “Δυναστείας” παραμένει ως άσκηση νόμιμης βίας κατά την βυζαντινή εποχή.
Οι Δυνα…

Αλέξιος Α' Κομνηνός 1081-1118

“Ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος καὶ ἐμὸς πατὴρ καὶ πρὸ  τοῦ τῶν σκήπτρων ἐπειλῆφθαι τῆς βασιλείας  μέγα ὄφελος τῇ βασι λείᾳ Ῥωμαίων γεγένηται”.
(Άννα Κομνηνή Αλεξιάς Α’)
Κρατεῖ λοιπὸν μετὰ τὸν Βοτανειάτην  ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος ἔτη λζʹ καὶ τῷ διαδήματι  στέφεται, ὁ δὲ Ἰσαάκιος τὰ δεύτερα τῆς τιμῆς  εἶχε καινῷ ὀνόματι ἐπιφημισθεὶς αὐτῷ·
(Μιχαήλ Γλύκας Βίβλος Χρονική)
“Είτα ο μεν Αλέξιος βασιλικόν αναδείται διάδημα,  τω δι’ Ισαακίω τα δευτερεία νενέμηνται της τιμής,  καινού αυτώ επιφημισθέντος ονόματος”
(Ιωάννης Ζωναράς Επιτομή Ιστορίας)

Εισαγωγικά

Γεννήθηκε το 1057, έτος κατά το οποίο ανέβηκε στον θρόνο ο θείος του Ισαάκιος Κομνηνός, ο οποίος ανέτρεψε τον Μιχαήλ τον Στ’, τον επονομαζόμενο και Στρατιωτικό. Πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Κομνηνός, αδελφός του Ισαακίου και μητέρα του η Άννα η Δαλασσηνή της αριστοκρατικής οικογένειας των Δαλασσηνών. Κατήγετο από στρατιωτική αριστοκρατική οικογένεια. Η μητέρα του, μάλιστα, ήταν πολύ ισχυρή προσωπικότητα η οποία συγκυβέρνησε μαζί με τον Αλέξιο περίπου είκοσι χρόνια.
Σχετικά …

Μέγας Κωνσταντίνος 272-337 μ.Χ

Το πλήρες όνομα του ήταν Flavius Valerius Aurelius Constantinus. Γιος του Φλάβιου Βαλέριου Κωνστάντιου (του Χλωρού) από την Ναϊσσό της Μοισίας και της Ελένης από το Δρέπανο της Βιθυνίας γεννήθηκε περί το 272. Το 307 χωρίζει την πρώτη σύζυγό του την Μινερβίνη και νυμφεύεται την κόρη του Μαξιμιανού και αδελφή του Μαξεντίου Φαύστα. Την εποχή αυτή αναδύονται στην επιφάνεια οι μεγάλες αντιθέσεις των συναυτοκρατόρων του ρωμαϊκού κράτους που καταλήγουν σε ανοιχτές αντιπαραθέσεις και επεκτείνονται με την προσθήκη και άλλων, πλέον των τεσσάρων. Ο Κωνσταντίνος κυριαρχούσε στην Γαλατία και τα Βρετανικά νησιά, Ο Μαξέντιος και ο Μαξιμιανός στην Ιταλία, την Ισπανία και την Βόρειο Αφρική, ο Λικίνιος ορίστηκε από τον Γαλέριο ως υπεύθυνος στις επαρχίες της Πανονίας, της Ραιτίας, του Νωρικού και της Βαλέριας, ο Μαξιμίνος ελέγχει τις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας και ο Γαλέριος την υπόλοιπη Ανατολή. Ο Μαξιμιανός στράφηκε πρώτα κατά του γιου του Μαξεντίου και μετά κατά του Κωνσταντίνου μέσα από ένα πλέγμ…